Νέα‎ > ‎

Έκθεση της Ολλανδικής πρεσβείας στην Ελλάδα για τον τομέα φρούτων-λαχανικών

αναρτήθηκε στις 5 Φεβ 2013, 2:05 μ.μ. από το χρήστη Κωνσταντίνος Πεπονάκης
Το Δεκέμβριο του 2012 η Ολλανδική πρεσβεία στην Ελλάδα δημοσίευσε μία έκθεση [λήψη] για τον αγροτικό τομέα στην Ελλάδα. Η έκθεση αυτή, απευθυνόμενη στις Ολλανδικές επιχειρήσεις που ενδιαφέρονται να επενδύσουν στον αγροτοδιατροφικό τομέα στην Ελλάδα, επιχειρεί να παρουσιάσει την κατάσταση του αγροτικού κλάδου φρούτων και λαχανικών, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της ελληνικής γεωργίας και τις ευκαιρίες αλλά και τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει ο ενδιαφερόμενος επενδυτής.

Αν και η έκθεση απευθύνεται στις Ολλανδικές επιχειρήσεις, παρουσιάζει ενδιαφέρον, ως εισαγωγικό κείμενο και για τον Έλληνα επενδυτή που δεν προέρχεται από τον αγροτικό τομέα. Ο Έλληνας επενδυτής βέβαια έχει το πλεονέκτημα της γεωγραφικής εγγύτητας που του επιτρέπει, μετά την απόκτηση μίας γενικής εικόνας, να αποκτήσει λεπτομερέστερες πληροφορίες.

Η ελληνική αγορά φρούτων και λαχανικών

Η Ελλάδα παρουσιάζει την υψηλότερη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2007 η κατανάλωση έφτανε τα 365 κιλά ανά άτομο κατ' έτος. Λόγω του τουρισμό, κατά τους θερινούς μήνες παρατηρείται αύξηση της κατανάλωσης κατά 60%. Ο Έλληνας καταναλωτής εξακολουθεί να δείχνει προτίμηση στα εγχώρια προϊόντα. Προτιμάει τα μη επεξεργασμένα φρέσκα προϊόντα και έχει υψηλά στάνταρ ποιότητας.

Από τα πρώτα σημεία που θίγονται στην έκθεση είναι οι ξεπερασμένες καλλιεργητικές τεχνικές, το σχετικά υψηλό κόστος παραγωγής και η αδιαφάνεια στην αλυσίδα εμπορίας. Ο κατακερματισμός της γης οδηγεί σε μικρές αγροτικές επιχειρήσεις. Έτσι το 95% της καλλιεργήσιμης γης το εκμεταλλεύονται μικροί παραγωγοί, με το μέσο μέγεθος μιας εκμετάλλευσης να είναι 10 – 40 στρέμματα. Το ανταγωνιστικό μειονέκτημα που προκύπτει από αυτό έχει γίνει προσπάθεια να αντιμετωπιστεί μέσω της δημιουργίας συνεταιρισμών, πολλοί από τους οποίους ωστόσο απέτυχαν λόγω κακοδιαχείρισης, διαφθοράς και έλλειψης επαγγελματισμού. Ωστόσο υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις επιτυχημένων συνεταιρισμών που έχουν καλές προοπτικές για το μέλλον. Οι μεγάλοι ιδιώτες “παίχτες” είναι λιγοστοί.

Περίπου το 80-85% των φρούτων και λαχανικών φτάνουν στον καταναλωτή μέσω των μεγάλων αλυσίδων λιανεμπορίου και το υπόλοιπο μέσω τοπικών σούπερ μάρκετ και μανάβικων. Οι αλυσίδες λιανικού εμπορίου αναζητούν ποιότητα, ποσότητα, ιχνηλασιμότητα, εγγυημένη και τακτική προσφορά του προϊόντος.

Ο τομέας των θερμοκηπίων

Στην Ελλάδα σήμερα υπάρχουν περί τα 51360 στρέμματα θερμοκηπίων. Τα 20550 στρέμματα είναι τυποποιημένα μεταλλικά θερμοκήπια, τα 5080 είναι τυποποιημένα ξύλινα, 5360 στρ τυποποιημένα μικτού τύπου (χρήση και ξύλου και μετάλλου) και τα 19520 στρέμματα είναι ιδιοκατασκευές (9940 στρ. μεταλλικά, 7420 στρ. ξύλινα και 2160 μικτού τύπου). Μόλις 850 στρέμματα είναι γυάλινα θερμοκήπια.

Το 50% αυτών είναι στην Κρήτη, το 25% στη Πελοπόννησο και τα υπόλοιπα διάσπαρτα στην υπόλοιπη Ελλάδα, κυρίως στην Πρέβεζα και τη Μακεδονία. Οι περισσότερες μονάδες είναι μικρού μεγέθους, με μόλις τρεις μεγάλες μονάδες, τα Θερμοκήπια Δράμας, την Agritex και τη Wonderplant, έκτασης 100 στρ., 100 στρ. και 120 στρ. αντίστοιχα.

Στα πλεονεκτήματα του κλάδου των θερμοκηπίων στην Ελλάδα καταγράφονται:

  • Οι ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες που επιτρέπουν τον περιορισμό του κόστους θέρμανσης

  • Η δυνατότητα, λόγω του ευνοϊκού κλίματος, η ελληνική παραγωγή να καλύψει κενά στην ευρωπαϊκή αγορά καθ όλη τη διάρκεια του έτους.

Στα μειονεκτήματα του κλάδου καταγράφονται:

  • Υψηλό κόστος μεταφοράς λόγω του γεωγραφικού ανάγλυφου.

  • Έλλειψη επαγγελματισμού, οργάνωσης και τεχνογνωσίας σε ένα σημαντικό ποσοστό των παραγωγών.

  • Ο κατακερματισμός της γης και οι αρνητικές επιπτώσεις που δημιουργεί στην οργάνωση της παραγωγής.

Μανιτάρια

Στην Ελλάδα κάθε χρόνο καταναλώνονται περίπου 10.000 – 12.000 τόνοι μανιτάρια. Ωστόσο η ελληνική παραγωγή είναι μόλις 3.000 τόνοι με αποτέλεσμα να πραγματοποιούνται πολλές εισαγωγές, κυρίως από Πολωνία, Ολλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Κίνα, Ταϊβάν και Τουρκία. Η πλειοψηφία της ελληνικής παραγωγής αφορά το είδος Πλευρώτους (Pleurotus ostreatus) ενώ η παραγωγή του Αγκάρικους (Agaricus bisporus) αντιστοιχεί περίπου στο 20% της συνολικής παραγωγής (στοιχεία 2008).

Πατάτες

Λόγω της ποικιλίας του κλίματος στην Ελλάδα, φυτεύσεις πατάτας πραγματοποιούνται καθ όλη τη διάρκεια του έτους. Σε γενικές γραμμές έχουμε τρεις εποχές καλλιέργειας, τη χειμερινή (φύτευση Δεκέμβρη με αρχές Απρίλη), την καλοκαιρινή (φύτευση τέλος Απρίλη - Μάιο) και τη φθινοπωρινή (φύτευση Αύγουστο). Οι κυριότερες είναι η χειμερινή και η καλοκαιρινή (Βόρεια Ελλάδα), ενώ η φθινοπωρινή πραγματοποιείται μόνο στη Νότια Ελλάδα. Η συνολική παραγωγή το 2009 ήταν 828.524 τόννοι (334.820 χειμερινή, 309.341 καλοκαιρινή, 184.363 φθινοπωρινή).


Περισσότερες πληροφορίες μπορεί να βρει κανείς στη σχετική  έκθεση [λήψη].

Comments